Ένα χειρόγραφο είναι καθετί που γράφεται με το χέρι, σε αντίθεση με το έντυπο που είναι γραμμένο με τεχνικά μέσα. Κατά την αρχαία εποχή τα βιβλία γράφονταν με το χέρι πάνω σε μεμβράνη από πάπυρο. Από τον 2ο π.Χ. αιώνα σαν γραφική ύλη χρησιμοποιούσαν την περγαμηνή. Το χειρόγραφο από πάπυρο λεγόταν βιβλίο, [από την Βικιπαίδεια]
...................................................................."Η συμφιλίωση των πολιτισμών περνά μέσα από την οικουμενικότητα της Παιδείας"
.................................................................................................... ~~~~~
.............................................. κιτρινισμένες λιθο-γραφίες... για τον άνθρωπο και τις αξίες που χάθηκαν στην εποχή μας
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~
..........................*ΔΙΑΔΙΚΤΥΑΚΗ ΕΠΙΘΕΩΡΗΣΗ ΓΙΑ ΤΑ ΣΥΓΧΡΟΝΑ ΙΣΤΟΡΙΚΑ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΑ-ΠΟΛΙΤΙΣΤΙΚΑ ΖΗΤΗΜΑΤΑ *
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

Τρίτη, 13 Νοεμβρίου 2018

Μπέρτολτ Μπρεχτ: Πέντε δυσκολίες για να γράψει κανείς την αλήθεια

  ΠΟΛΙΤΙΚΑ ΘΕΜΑΤΑ  
 9 Νοέμβριος, 2018
Μπορεί να είναι επίκαιρο ένα κείμενο που γράφτηκε πριν 80 χρόνια σχετικά με τις δυσκολίες να γράψει ή να μιλήσει κανείς για την αλήθεια; Κι όμως, όσο παράξενο κι αν φαίνεται, είναι γεγονός πως όλοι μας (ίσως ιδιαίτερα εμείς που γράφουμε στην εφημερίδα αυτή!) χρειάζεται να διαβάσουμε και να σκεφτούμε το κείμενο του Μπέρτολντ Μπρεχτ. Κείμενο γραμμένο για ένα συνέδριο λογοτεχνών το 1935, σε μια εποχή που ανέβαινε ο φασισμός, είχε μαζική επιρροή και δεν ήταν εύκολο να γράψεις ή να μιλήσεις ανοικτά για πολλά πράγματα.
Η εποχή μας παρουσιάζει επίσης πολλές δυσκολίες. Η αλήθεια δεν εντοπίζεται εύκολα, υπάρχει ένας τεράστιος μηχανισμός ιδεολογικού «μπούλινγκ» και εξοστρακισμού όσων δεν είναι politically correct (πολιτικά ορθοί). 
Ο σύγχρονος παγκοσμιοποιητικός ολοκληρωτισμός, η νέα μορφή ενός νέου φασισμού, εμφανίζεται ωσάν αντίπαλος της ακροδεξιάς, του ναζισμού, του αντισημιτισμού – την ίδια στιγμή που τα επωάζει και επιτίθεται στο «φάντασμα» του απομονωτισμού, του προστατευτισμού, της εθνικής αναδίπλωσης, του εθνισμού και του εθνικισμού, του έθνους-κράτους, των μεγάλων αφηγήσεων, των παραδόσεων. Υποτίθεται ότι υποστηρίζει την ελευθερία και το άτομο, ενώ τα διαλύει και τα εξοντώνει, τους αλλάζει τη φύση. Σε τέτοιες συνθήκες, που παλιές οριοθετήσεις και έννοιες έχουν χάσει το νόημά τους, σε συνθήκες μεγάλης ρευστότητας και τεράστιας ιδεολογικής και πολιτιστικής σύγχυσης, είναι εξαιρετικά δύσκολο να μιλήσεις για την αλήθεια, να εντοπίσεις την αλήθεια, να τη διαδώσεις, να την κάνεις χρήσιμη στα χέρια όσων πασχίζουν για μια διέξοδο.

Αυτός είναι ο λόγος που δημοσιεύουμε ένα πολύ γνωστό σε παλιότερους, ίσως όχι τόσο γνωστό σε νέους, κείμενο του Μπέρτολντ Μπρεχτ, ενός καινοτόμου στην εποχή του διανοούμενου και αγωνιστή, που συνέβαλε καθοριστικά σε μια βαθιά τομή στο σύγχρονο θέατρο και τη λογοτεχνία.
Η σημασία της κίνησης να δημοσιεύσουμε αυτό το κείμενο έγκειται στη συναίσθηση του προβλήματος της αλήθειας στο μεταμοντέρνο περιβάλλον που είμαστε υποχρεωμένοι να κινούμαστε. Θα είχε σημασία να επιχειρήσουμε και μια συζήτηση για τους προβληματισμούς και τα ερωτήματα που πιθανά να προκαλέσει το διάβασμα του κειμένου αυτού, σε σχέση με τις σημερινές συνθήκες και δυσκολίες να αντιμετωπιστεί η αλήθεια.


ΠΕΝΤΕ ΔΥΣΚΟΛΙΕΣ ΓΙΑ ΝΑ ΓΡΑΨΕΙ ΚΑΝΕΙΣ ΤΗΝ ΑΛΗΘΕΙΑ

Όποιος σήμερα θέλει να πολεμήσει την ψευτιά και την αμάθεια και να γράψει την αλήθεια έχει ξεπεράσει το λιγότερο πέντε δυσκολίες. Πρέπει να έχει το θάρρος να γράψει την αλήθεια παρ’ όλο που παντού την καταπνίγουν, την εξυπνάδα να την αναγνωρίσει παρ’ όλο που τη σκεπάζουν παντού, την τέχνη να την κάνει ευκολομεταχείριστη σαν όπλο, την κρίση να διαλέξει εκείνους που στα χέρια τους η αλήθεια θ’ αποκτήσει δύναμη, την πονηριά να τη διαδώσει ανάμεσά τους. Αυτές οι δυσκολίες είναι μεγάλες για κείνους που γράφουν κάτω απ’ το φασισμό, υπάρχουν όμως και γι’ αυτούς που τους κυνήγησαν ή που έφυγαν ακόμα και για όσους γράφουν στις χώρες της αστικής ελευθερίας.

Α: Το θάρρος να γράψει κανείς την αλήθεια

Φαίνεται αυτονόητο πως αυτός που γράφει πρέπει να γράφει την αλήθεια, με την έννοια δηλαδή πως δεν πρέπει να την καταπνίγει ή να την αποσιωπά και πως δεν πρέπει να γράφει τίποτα που δεν είναι αληθινό. Δεν πρέπει να σκύβει στους ισχυρούς, δεν πρέπει να εξαπατά τους αδύναμους. Είναι φυσικά πολύ δύσκολο να μη σκύβεις στους ισχυρούς, και είναι πολύ κερδοφόρο να εξαπατάς τους αδύναμους. Το να μην αρέσεις στους πλούσιους σημαίνει να παραιτείσαι απ’ τον πλούτο. Το να παραιτείσαι από την πληρωμή για καμωμένη δουλειά πάει να πει, σε ορισμένες συνθήκες, να θυσιάζεις τη δουλειά, και το ν’ αποδιώχνεις τη φήμη ανάμεσα στους ισχυρούς σημαίνει συχνά ν’ αποδιώχνεις κάθε φήμη. Όλα αυτά απαιτούν θάρρος. Οι καιροί της πιο σκληρής καταπίεσης είναι τις πιο πολλές φορές καιροί όπου γίνεται πολύς λόγος για μεγάλα και υψηλά πράγματα. Χρειάζεται θάρρος για να μιλάς σε τέτοιους καιρούς για πράγματα τόσο χαμηλά και τόσο φτηνά, όπως το φαγητό και το σπίτι του εργαζόμενου, μέσα σε μια βοή από ξεφωνητά ότι το βασικό είναι το πνεύμα της θυσίας. 
Όταν φορτώνουν τους αγρότες με τιμές, χρειάζεται θάρρος να μιλάς για μηχανήματα και φτηνές ζωοτροφές που θα ευκόλυναν την τιμημένη δουλειά. Όταν απ’ όλους τους ραδιοσταθμούς ουρλιάζουν πως ο άνθρωπος χωρίς γνώση και μάθηση είναι καλύτερος από το μορφωμένο, θέλει τότε θάρρος να ρωτήσεις: καλύτερος για ποιον; Όταν γίνεται λόγος για τέλειες και ατελείς φυλές, χρειάζεται θάρρος να ρωτήσεις αν ή πείνα κι η αμάθεια κι ο πόλεμος δεν φέρνουν βαριές παραμορφώσεις. Και ξανά, θέλει θάρρος να πει κανείς την αλήθεια για τον εαυτό του, το νικημένο. Πολλοί καταδιωγμένοι χάνουν την ικανότητα να βλέπουν τα λάθη τους. Η καταδίωξη τους φαίνεται η πιο μεγάλη αδικία. Αφού οι διώχτες που τους καταδιώκουν είναι οι κακοί· εκείνοι, οι καλοί, διώκονται για την αρετή τους. Αυτή όμως ή αρετή χτυπήθηκε, νικήθηκε κι εμποδίστηκε. Ήταν άρα μια αδύναμη αρετή, μια κακή, ανεπίτρεπτη, απαράδεχτη αρετή. Γιατί δε μπορεί ποτέ να παραδεχτούμε στην αρετή την αδυναμία της, όπως στη βροχή την υγράδα της. Το να πεις πως οι καλοί δεν νικήθηκαν γιατί ήταν καλοί παρά γιατί ήταν ανήμποροι, αυτό χρειάζεται θάρρος. Φυσικά η αλήθεια πρέπει να γράφεται μέσα στον αγώνα με ψευτιά, και δεν πρέπει να ‘ναι κάτι το γενικό, το απρόσιτο και πολυσήμαντο. Γιατί απ’ αυτήν ακριβώς τη γενική, απρόσιτη στόφα, είναι καμωμένη η ψευτιά. Όταν λένε για κάποιον πως είπε την αλήθεια, πάει να πει πως μερικοί ή πολλοί ή κάποιος είπαν κάτι άλλο, κάποιο ψέμα ή κάποια γενικότητα. Α υ τ ό ς όμως είπε την αλήθεια, κάτι το πραχτικό, το πραγματικό, το αναντίρρητο, αυτό ακριβώς που έπρεπε να πει.

Δε χρειάζεται πολύ θάρρος για να παραπονεθεί κανείς για την κακία του κόσμου γενικά και για το θρίαμβο της ωμότητας και για ν’ απειλεί με το θρίαμβο του πνεύματος από ένα μέρος του κόσμου όπου του επιτρέπουν ακόμα να το κάνει αυτό. Ορθώνονται τότε πολλοί σα να ‘ταν κανόνια στραμμένα ενάντιά τους, ενώ τους κοιτάζουν μονάχα μονόκλ. Ξεφωνίζουν τις γενικές τους απαιτήσεις σ’ έναν κόσμο που αγαπά τους ακίνδυνους ανθρώπους. Απαιτούν μια καθολική δικαιοσύνη για την οποία δε δούλεψαν ούτε στο ελάχιστο και μια γενική ελευθερία. Απαιτούν ένα κομμάτι απ’ τη λεία που έχει τάχα κιόλας μοιραστεί από καιρό μαζί τους. Αλήθεια νομίζουν πως είναι μονάχα αυτό που ακούγεται όμορφα. Κι όταν η αλήθεια είναι κάτι με αριθμούς, κάτι το ξερό και χειροπιαστό, κάτι που για να το ‘βρεις θέλει κόπο και μελέτη, αυτά για κείνους δεν είναι αλήθεια, δεν τους εκστασιάζει. Αυτοί έχουν το εξωτερικό παρουσιαστικό μονάχα των ανθρώπων που λένε την αλήθεια. Το τραγικό μ’ αυτούς είναι: Δεν ξέρουν ποια είναι η αλήθεια.
Β: Η εξυπνάδα να αναγνωρίσει κανείς την αλήθεια


Μια κι είναι δύσκολο να γράψει κανείς την αλήθεια, αφού την καταπνίγουν παντού, στους πιο πολλούς φαίνεται ζήτημα πεποιθήσεων μονάχα το αν θα γραφτεί ή όχι. Πιστεύουν πως το μόνο που χρειάζεται είναι το κουράγιο. Ξεχνούν τη δεύτερη δυσκολία το να βρεθεί η αλήθεια. Γιατί με κανένα τρόπο δεν είναι εύκολο να τη βρει κανείς. Πρώτα-πρώτα είναι κιόλας δύσκολο να βρει κανείς ποιααλήθεια αξίζει να ειπωθεί.

Για παράδειγμα τώρα, μπρος σ’ όλα τα μάτια, τα μεγάλα πολιτισμένα κράτη βουλιάζουν το ένα μετά το άλλο στην πιο τρομερή βαρβαρότητα. Κι ακόμα, είναι γνωστό πως ο εσωτερικός πόλεμος, που γίνεται με τα πιο τρομαχτικά μέσα, μπορεί από ώρα σε ώρα να μετατραπεί σε εξωτερικό, που μπορεί θαυμάσια να κάνει τον πλανήτη μας ένα γιγάντιο σωρό συντρίμμια. Αυτό είναι χωρίς αμφιβολία μια αλήθεια, υπάρχουν όμως φυσικά κι άλλες αλήθειες. Για παράδειγμα, δεν είναι ψέμα το ότι οι καρέκλες έχουν πάτο και το ότι η βροχή πέφτει από πάνω προς τα κάτω. Πολλοί γράφουν τέτοιου είδους αλήθειες. Μοιάζουν με ζωγράφους που φιλοτεχνούν με νεκρές φύσεις τους τοίχους καραβιών που βουλιάζουν. Η πρώτη μας δυσκολία δεν υπάρχει γι’ αυτούς, κι έχουν παρόλα αυτά τη συνείδησή τους ήσυχη. Ανεπηρέαστοι από τους ισχυρούς, χωρίς όμως και να τους επηρεάζουν κι οι φωνές των κατατρεγμένων, ζωγραφίζουν τα τοπία τους. Το παράλογο στον τρόπο που ενεργούν τους δημιουργεί ένα «βαθύ» πεσιμισμό, που τον πουλάνε σε καλή τιμή και που θα ‘πρεπε στην πραγματικότητα να τον έχουν οι υπόλοιποι, που βλέπουν τέτοιους καλλιτέχνες και τέτοια ξεπουλήματα. Και δεν είναι εύκολο ούτε καν να διακρίνεις πως οι αλήθειες τους μοιάζουν μ’ αυτές για τις καρέκλες ή τη βροχή· τις πιο πολλές φορές δείχνουν ολότελα διαφορετικές, δείχνουν γι’ αλήθειες πάνω σε σημαντικά θέματα. Γιατί ή ουσία της καλλιτεχνικής διαμόρφωσης βρίσκεται ακριβώς στο ότι δίνει σημασία σ’ αυτό που διαμορφώνει.
Χρειάζεται προσεχτική παρατήρηση για να διακρίνει κανείς πως το μόνο που λένε είναι: «Μια καρέκλα είναι μια καρέκλα», και: «Κανείς δε μπορεί να εμποδίσει τη βροχή να πέφτει προς τα κάτω».
Αυτοί οι άνθρωποι δεν καταφέρνουν να βρουν την αλήθεια που αξίζει να γραφτεί. Άλλοι πάλι πραγματικά καταπιάνονται με τα πιο ζωντανά προβλήματα, δεν τρέμουν ούτε τους καταπιεστές ούτε τη φτώχεια και παρ’ όλ’ αυτά δε μπορούν να δουν την αλήθεια. Σ’ αυτούς λείπουν οι γνώσεις. Είναι γεμάτοι από παλιές προλήψεις, από φημισμένες -συχνά καλοδιατυπωμένες- αρχαίες προκαταλήψεις. Ο κόσμος είναι πολύ περίπλοκος γι’ αυτούς· δεν ξέρουν τα γεγονότα και δε διακρίνουν τους συσχετισμούς. Εκτός απ’ τις πεποιθήσεις χρειάζονται και γνώσεις, που βρίσκονται, και μέθοδες, που μαθαίνονται. Για όλους όσους γράφουν σ’ αυτούς τους καιρούς των περιπλοκών και των μεγάλων αλλαγών χρειάζεται γνώση της ματεριαλιστικής διαλεκτικής, της οικονομίας και της ιστορίας. Μπορεί να την αποχτήσει κανείς απ’ τα βιβλία ή με ζωντανή διδασκαλία, φτάνει να μη λείπει η απαραίτητη επιμέλεια. Μπορεί κανείς ν’ ανακαλύψει πολλές αλήθειες με πιο απλό τρόπο, αποσπάσματα δηλ. της αλήθειας ή δεδομένα που οδηγούν στην εύρεσή της. Αν θέλει κανείς να ερευνήσει, θα πρέπει να χρησιμοποιεί μια μέθοδο -μπορεί όμως κανείς να βρει κάτι και χωρίς μέθοδο, και χωρίς ακόμα να ψάξει. Όμως με τέτοιο τυχαίο τρόπο δεν πετυχαίνει κανείς σχεδόν ποτέ μια τέτοια παρουσίαση της αλήθειας που να λέει στους ανθρώπους τι πρέπει να κάνουν. Αυτοί που μονάχα καταγράφουν μικρογεγονότα δεν είναι σε θέση να κάνουν τούτο τον κόσμο κατανοητό στους άλλους. Κι’ όμως αυτός, και κανένας άλλος είναι ο σκοπός της αλήθειας. Αυτοί οι άνθρωποι δεν εκπληρώνουν το καθήκον να γράφουν την αλήθεια.

Όταν είναι κανείς πρόθυμος να γράψει την αλήθεια και ταυτόχρονα ικανός να την αναγνωρίσει, μένουν ακόμα τρεις δυσκολίες.
Μια κι είναι δύσκολο να γράψει κανείς την αλήθεια, αφού την καταπνίγουν παντού, στους πιο πολλούς φαίνεται ζήτημα πεποιθήσεων μονάχα το αν θα γραφτεί ή όχι. Πιστεύουν πως το μόνο που χρειάζεται είναι το κουράγιο. Ξεχνούν τη δεύτερη δυσκολία το να βρεθεί η αλήθεια. Γιατί με κανένα τρόπο δεν είναι εύκολο να τη βρει κανείς. Πρώτα-πρώτα είναι κιόλας δύσκολο να βρει κανείς ποια αλήθεια αξίζει να ειπωθεί

Γ: Η τέχνη να κάνει κανείς την αλήθεια ευκολομεταχείριστη σαν όπλο

Η αλήθεια πρέπει να λέγεται για χάρη των πραχτικών της συνεπειών. Σαν παράδειγμα αλήθειας με καμιά, ή με καμία σωστή, πραχτική συνέπεια μπορεί να μας χρησιμέψει η πλατιά διαδεδομένη άποψη πως σε ορισμένες χώρες επικρατούν άσχημες συνθήκες που αιτία τους έχουν τη βαρβαρότητα. Σύμφωνα μ’ αυτή την άποψη ο φασισμός είναι ένα κύμα βαρβαρότητας που ξέσπασε σε μερικές χώρες με τη δύναμη στοιχείου της Φύσης.
Σύμφωνα μ’ αυτή την άποψη ο φασισμός είναι μια καινούργια, τρίτη δύναμη που στέκεται δίπλα στον καπιταλισμό και το σοσιαλισμό (και πάνω απ’ αυτούς)· όχι μονάχα το σοσιαλιστικό κίνημα, αλλά κι ο καπιταλισμός θα μπορούσε, και μετά τη γένεση του κινήματος αυτού να συνεχίσει να υπάρχει και χωρίς το φασισμό.
Η παραπάνω άποψη είναι βέβαια φασιστική, αποτελεί υποχώρηση μπροστά στο φασισμό. Ο φασισμός είναι μια ιστορική φάση όπου μπήκε τώρα ο καπιταλισμός, κι έτσι είναι κάτι το καινούργιο και παλιό μαζί. Ο καπιταλισμός στις φασιστικές χώρες υπάρχει πια μονάχα σαν φασισμός κι ο φασισμός δε μπορεί να πολεμηθεί παρά σαν καπιταλισμός στην πιο ωμή και καταπιεστική του μορφή, σαν ο πιο θρασύς κι ο πιο δόλιος καπιταλισμός.
Πώς λοιπόν τώρα να πει κάποιος αντίπαλος του φασισμού την αλήθεια για το φασισμό όταν δε θέλει να πει τίποτα για τον καπιταλισμό, που τον προκαλεί; Πώς να ‘χει η αλήθεια αυτή πραχτική σημασία;

Αυτοί που είναι αντίπαλοι του φασισμού χωρίς να ‘ναι αντίπαλοι του καπιταλισμού, αυτοί που παραπονιόνται για τη βαρβαρότητα που αιτία τάχα έχει τη βαρβαρότητα την ίδια, μοιάζουν μ’ ανθρώπους που θέλουν το μερτικό τους απ’ τ’ αρνί χωρίς όμως να σφαχτεί το αρνί. Θέλουν να φάνε το κρέας, να μη δουν όμως τα αίματα. Αυτοί θα ικανοποιηθούν αν ο χασάπης πλύνει τα χέρια του προτού φέρει το κρέας στο τραπέζι. Δεν είναι κατά των σχέσεων ιδιοκτησίας, που προκαλούν τη βαρβαρότητα, παρά μονάχα κατά της βαρβαρότητας, υψώνουν τη φωνή εναντίον της, κι αυτό το κάνουν από χώρες όπου κυριαρχούν οι ίδιες σχέσεις ιδιοκτησίας, όπου όμως οι χασάπηδες πλένουν ακόμα τα χέρια τους προτού φέρουν το κρέας στο τραπέζι.

Οι φωνακλάδικες διαμαρτυρίες κατά των βαρβαρικών μέτρων μπορεί να ‘ναι αποτελεσματικές για λίγο καιρό, όσο δηλαδή οι ακροατές τους πιστεύουν πως στη δικιά τους χώρα δε θα ‘ταν ποτέ δυνατό να παρθούν τέτοια μέτρα. Ορισμένες χώρες είναι σε θέση να κρατήσουν τις σχέσεις ιδιοκτησίας τους με λιγότερο βίαια, για την ώρα, μέσα απ’ ό,τι άλλες. Εκεί η δημοκρατία προσφέρει ακόμα τις υπηρεσίες για τις οποίες άλλες χώρες αναγκάζονται να καταφύγουν στη βία, δηλαδή την εξασφάλιση της ιδιοκτησίας στα μέσα παραγωγής. Το μονοπώλιο στα εργοστάσια, στα ορυχεία, στα τσιφλίκια δημιουργεί πάντα βάρβαρες καταστάσεις· σ’ αυτές τις χώρες είναι όμως λιγότερο ορατές. Η βαρβαρότητα γίνεται ορατή απ’ τη στιγμή που το μονοπώλιο δε μπορεί πια να προστατευτεί παρά μονάχα με την ανοιχτή βία.

Μερικές χώρες, που δεν το ‘χουν ακόμα αναγκαίο να παρατήσουν για χάρη των βάρβαρων μονοπωλίων ακόμα και τις τυπικές εγγυήσεις του κράτους δικαίου όπως και απολαύσεις σαν την τέχνη, τη φιλοσοφία, τη λογοτεχνία, ακούνε με ιδιαίτερη ευχαρίστηση τους φιλοξενούμενούς τους να κατηγορούν την πατρίδα τους για την εγκατάλειψη τέτοιων αγαθών, μιας κι ελπίζουν έτσι να βρουν πλεονεκτήματα για τους πολέμους που περιμένουν. Να πει κανείς πως την αλήθεια τάχα τη βρήκαν όσοι φωνάζουν λόγου χάρη: λυσσασμένο αγώνα κατά της Γερμανίας, «γιατί αυτή είναι τώρα η αληθινή πατρίδα του κακού, το παράρτημα της κόλασης, το κατάλυμα του Αντίχριστου»; Μάλλον θα πρέπει να πούμε πως πρόκειται για ανόητους, ανήξερους και βλαβερούς ανθρώπους. Γιατί απ’ αυτές τις φλυαρίες συμπέρασμα βγαίνει πως αυτή η χώρα πρέπει να σβήσει απ’ το χάρτη. Ολόκληρη, μ’ όλους της τους ανθρώπους – τα αέρια δεν ξεδιαλέγουν τους υπαίτιους όταν σκοτώνουν.

Ο επιπόλαιος άνθρωπος που δεν ξέρει την αλήθεια εκφράζεται με γενικότητες, παχιά λόγια κι αοριστίες. Φλυαρεί για «τους» Γερμανούς, κλαψουρίζει για «το» κακό, κι εκείνος που τον ακούει, στην καλύτερη περίπτωση, δεν ξέρει τι πρέπει να κάνει. Ν’ αποφασίσει να πάψει να είναι Γερμανός; Θα εξαφανιστεί η κόλαση αν εκείνος είναι καλός; Κι οι κουβέντες για τη βαρβαρότητα που αιτία έχει τάχα τη βαρβαρότητα, τέτοιας λογής είναι. Λένε πως αιτία της βαρβαρότητας είναι η βαρβαρότητα, κι η βαρβαρότητα πολεμιέται με την εξημέρωση των ηθών, που τη φέρνει η μόρφωση. Ολ’ αυτά είναι γενικολογίες πέρα για πέρα, διατυπώσεις καμωμένες όχι για χάρη των πραχτικών συνεπειών, όπως θα ‘πρεπε· κατά βάθος είναι λόγια που δεν απευθύνονται σε κανέναν.
Τέτοιες αναλύσεις δείχνουν μόνο λίγους κρίκους απ’ όλη την αλυσίδα των αιτιών και παρασταίνουν τις κινητήριες δυνάμεις σαν τάχα ακατανίκητες. Τέτοιες αναλύσεις είναι όλο σκοτάδι, σκοτάδι που κρύβει τις δυνάμεις εκείνες που ετοιμάζουν την καταστροφή. Λιγάκι φως, και να που προβάλουν άνθρωποι σαν αίτιοι των καταστροφών! Γιατί ζούμε σε μια εποχή όπου το μέλλον του ανθρώπου είναι ο άνθρωπος.
Ο φασισμός δεν είναι καμία φυσική καταστροφή που εξήγησή της να έχει τη «φύση» του ανθρώπου. Αλλά και στις φυσικές ακόμα καταστροφές υπάρχουν τρόποι παρουσίασης αντάξιοι του ανθρώπου· είναι αυτοί που κάνουν έκκληση στην αγωνιστική του δύναμη.

Μετά από ένα μεγάλο σεισμό που κατάστρεψε τη Γιοκοχάμα, έβλεπε κανείς σε πολλά αμερικάνικα περιοδικά φωτογραφίες εκτάσεων με ερείπια. Από κάτω έγραφε: «Steel stood» (το ατσάλι κράτησε). Και πραγματικά, αυτός που στην πρώτη ματιά είχε δει μονάχα συντρίμμια, έβλεπε τώρα, με οξυμμένη την προσοχή απ’ αυτά τα λόγια, πως μερικά μεγάλα κτίρια είχαν σταθεί. Απ’ όλες τις περιγραφές ενός σεισμού, ασύγκριτα οι πιο σημαντικές είναι των μηχανικών, που υπολογίζουν τους κραδασμούς του εδάφους, τις ωθήσεις, τη θερμότητα που αναπτύσσεται και τα παρόμοια, και που οδηγούν μ’ αυτό τον τρόπο σε κατασκευές που αντιστέκονται στο σεισμό. Όποιος θέλει να περιγράψει το φασισμό και τον πόλεμο, τις μεγάλες καταστροφές που δεν είναι φυσικές καταστροφές πρέπει να πει μια πραχτική αλήθεια. Πρέπει να δείξει πως πρόκειται για καταστροφές, που τις ετοιμάζουν ενάντια στις τεράστιες ανθρώπινες μάζες των εργαζομένων χωρίς δικά τους μέσα παραγωγής, οι ιδιοκτήτες ακριβώς αυτών των μέσων παραγωγής.
Αν θέλει κανείς να γράψει μ’ επιτυχία την αλήθεια για τις κακές συνθήκες πρέπει να τη γράψει έτσι που να διακρίνονται οι, όχι αναπόφευκτες, αιτίες τους. Μιας και φανούν τα -όχι αναπόφευκτα- αίτια, μπορούν πια να πολεμηθούν οι κακές συνθήκες.
Γι’ αυτούς που γράφουν έχει σημασία να πετύχουν το σωστό τόνο της αλήθειας. Τις πιο πολλές φορές ακούει κανείς ένα πολύ μαλακό, πονεμένο τόνο, φωνή ανθρώπων που δε μπορούν να βλάψουν ούτε μύγα. Όποιος ακούει αυτόν τον τόνο και ζει μέσα στην εξαθλίωση βουλιάζει ακόμα βαθύτερα μέσα σ’ αυτήν. Έτσι μιλάνε οι άνθρωποι που δεν είναι ίσως εχθροί, ποτέ όμως και συναγωνιστές. Η αλήθεια είναι κάτι το μαχητικό, πολεμάει όχι απλά και μόνο την ψευτιά, άλλα και ορισμένους ανθρώπους, που τη διαδίδουν
Δ: Η κρίση να διαλέγει κανείς εκείνους που στα χέρια τους η αλήθεια θ’ αποκτήσει δύναμη
Οι συνήθειες του εμπορίου του γραφτού λόγου, της αγοράς των περιγραφών και των απόψεων, συνήθειες με ηλικία αιώνων, αφαιρούσαν από το συγγραφέα κάθε έγνοια για το γραφτό του. Έδιναν δηλαδή στο συγγραφέα την εντύπωση πως ο εκδότης που τ’ αγοράζει, ο μεσάζοντας, διέδιδε τάχα τα γραφτά του σ’ όλο τον κόσμο. Σκεφτόταν: εγώ μιλάω, κι όσοι θέλουν να μ’ ακούσουν με ακούνε. Στην πραγματικότητα, μιλούσε – κι όσοι είχαν να πληρώσουν, τον άκουγαν. Τα λόγια του δεν τ’ άκουγαν όλοι, κι αυτοί που άκουγαν δεν ήθελαν να τ’ ακούσουν όλα. Πάνω σ’ αυτό έχουν ειπωθεί πολλά και πάλι όχι αρκετά. Εδώ θέλω μονάχα να τονίσω πως το «γράφω σε κάποιον» έγινε «γράφω». Την αλήθεια όμως δε μπορεί κανείς να τη «γράψει» πρέπει να τη γράψει σε κάποιον, που να ‘χει κάτι να την κάνει. Η γνώση της αλήθειας είναι μια διαδικασία κοινή σ’ αυτούς που γράφουν κι αυτούς που διαβάζουν. Για να γράψει κανείς σωστά πράγματα πρέπει να ξέρει ν’ ακούει και πρέπει ν’ ακούει σωστά πράγματα. Η αλήθεια πρέπει να λέγεται με περίσκεψη και ν’ ακούγεται με περίσκεψη. Και για μας που γράφουμε έχει σημασία σε ποιον τη λέμε και ποιος μας τη λέει.
Την αλήθεια για τις κακές συνθήκες πρέπει να τη λέμε σ’ εκείνους που τις αντιμετωπίζουν στη χειρότερή τους όψη κι απ’ αυτούς πρέπει να τις πληροφορούμαστε. Δεν πρέπει να μιλάει κανείς μονάχα σ’ ανθρώπους ορισμένων πεποιθήσεων, παρά σ’ εκείνους που θα τους ταίριαζαν αυτές οι πεποιθήσεις εξαιτίας της κατάστασής τους. Κι οι ακροατές σας αλλάζουν αδιάκοπα! Ακόμα κι οι δήμιοι μπορούν ν’ ακούσουν, όταν κοπούν οι πληρωμές για το κρέμασμα ή όταν ο κίνδυνος μεγαλώσει πολύ. Οι αγρότες της Βαυαρίας ήταν αντίπαλοι κάθε ανατροπής· όταν τέλειωσε όμως ο πόλεμος κι όταν οι γιοι τους γύριζαν σπίτι και δεν έβρισκαν πια τόπο στα χωράφια, τότε μπορούσε κανείς να τους κερδίσει για την επανάσταση.
Γι’ αυτούς που γράφουν έχει σημασία να πετύχουν το σωστό τόνο της αλήθειας. Τις πιο πολλές φορές ακούει κανείς ένα πολύ μαλακό, πονεμένο τόνο, φωνή ανθρώπων που δε μπορούν να βλάψουν ούτε μύγα. Όποιος ακούει αυτόν τον τόνο και ζει μέσα στην εξαθλίωση βουλιάζει ακόμα βαθύτερα μέσα σ’ αυτήν. Έτσι μιλάνε οι άνθρωποι που δεν είναι ίσως εχθροί, ποτέ όμως και συναγωνιστές. Η αλήθεια είναι κάτι το μαχητικό, πολεμάει όχι απλά και μόνο την ψευτιά, άλλα και ορισμένους ανθρώπους, που τη διαδίδουν.
Η προπαγάνδα για τη σκέψη, σ’ όποιον τομέα και να γίνεται, είναι χρήσιμη για την υπόθεση των καταπιεσμένων. Μια τέτοια προπαγάνδα είναι απόλυτα απαραίτητη. Κάτω από κυβερνήσεις που υπηρετούν την εκμετάλλευση, η σκέψη περνάει για ταπεινή ασχολία.
Ε: Η πονηριά να διαδίδει κανείς σε πολλούς την αλήθεια
Πολλοί, όντας περήφανοι που έχουν το θάρρος να λένε την αλήθεια, ευτυχισμένοι που τη βρήκαν, κουρασμένοι ίσως απ’ τη δουλειά που χρειάζεται για να γίνει ευκολομεταχείριστη, μες στην ανυπόμονη αναμονή της παρέμβασης εκείνων που τα δικά τους συμφέροντα υπερασπίζονται, δεν νομίζουν απαραίτητο να χρησιμοποιήσουν τώρα πονηριά για τη διάδοση της αλήθειας. Έτσι, πολλές φορές, η δουλειά τους χάνει κάθε αποτέλεσμα. Σ’ όλες τις εποχές, όταν η αλήθεια καταπνιγόταν και κρυβόταν, χρησιμοποιούσαν πονηριά για τη διάδοσή της. Ο Κομφούκιος παραχάραξε ένα παλιό, πατριωτικό ιστορικό χρονικό. Άλλαξε μονάχα ορισμένες λέξεις. Εκεί που έλεγε: «Ο κυρίαρχος της Κουν έβαλε να θανατώσουν το φιλόσοφο Βαν γιατί είχε πει αυτό κι εκείνο», ο Κομφούκιος έβαλε αντί «θανατώσουν» – «δολοφονήσουν». Εκεί που έλεγε, ο τύραννος τάδε σκοτώθηκε σε μια απόπειρα εναντίον του, ο Κομφούκιος έβαζε «εκτελέστηκε». Έτσι άνοιξε ο Κομφούκιος το δρόμο για μια καινούργια εκτίμηση της Ιστορίας.

Όποιος στις μέρες μας λέει «πληθυσμός» αντί για «λαός» και «γαιοϊδιοχτησία» αντί για «γη», σταμάτησε κιόλας να υποστηρίζει πολλά απ’ τα ψέματα. Βγάζει απ’ τις λέξεις το σάπιο τους μυστικισμό. Η λέξη «λαός» υπονοεί μια κάποια ενότητα και κοινά συμφέροντα, και θα ‘πρεπε επομένως να λέγεται μονάχα όπου πρόκειται για πολλούς λαούς, μια και μονάχα εκεί, το πολύ-πολύ, μπορεί κανείς να φανταστεί κοινά συμφέροντα. Ο πληθυσμός μιας χώρας έχει ποικίλα και μάλιστα αλληλοσυγκρουόμενα συμφέροντα, κι αυτό είναι μια αλήθεια που την καταπνίγουν. Όμοια, όποιος λέει «γη», και δίνει χαρά στην όσφρηση και στα μάτια μιλώντας για τη μυρωδιά της και για το χρώμα, αυτός υποστηρίζει τα ψέματα των εξουσιαστών· γιατί το πρόβλημα δεν είναι η καρπεράδα της γης, ούτε η αγάπη του ανθρώπου για τη γη, ούτε η εργατικότητά του, παρά βασικά η τιμή του σταριού κι η αξία της δουλειάς. Εκείνοι που βγάζουν τα κέρδη από τη γη δεν είναι αυτοί που βγάζουν το στάρι, κι η μυρωδιά που ‘χει το χώμα είναι άγνωστη στα χρηματιστήρια. 
Αυτά έχουν άλλες μυρωδιές. Αντίθετα, η λέξη γαιοϊδιοχτησία είναι η σωστή· μ’ αυτή δε μπορεί κανείς να κοροϊδέψει τους άλλους τόσο εύκολα. Για τη λέξη «πειθαρχία» θα ‘πρεπε κανείς, όπου κυριαρχεί ή καταπίεση, να διαλέξει τη λέξη «υπακοή», γιατί η πειθαρχία μπορεί να υπάρχει και χωρίς τύραννο, κι έτσι έχει πάνω της κάτι το πιο ευγενικό απ’ ό,τι η υπακοή. Και πιο καλή από τη λέξη «τιμή» είναι το: «ανθρώπινη αξιοπρέπεια». Μ’ αυτή τη λέξη το άτομο δεν εξαφανίζεται τόσο εύκολα. Ξέρουμε δα τι σκυλολόι αγωνίζεται για να καταφέρει να «υπερασπίσει την τιμή» ενός λαού! Και πόσο σπάταλα μοιράζουν οι χορτάτοι τιμές σ’ αυτούς που τους χορταίνουν, πεινώντας οι ίδιοι. Η πονηριά του Κομφούκιου μπορεί και σήμερα να χρησιμοποιηθεί. Ο Κομφούκιος έβαζε στη θέση των αδικαιολόγητων κρίσεων πάνω σε εθνικά περιστατικά τις σωστές κρίσεις. Ο Άγγλος Τόμας Μουρ περιέγραψε στην «Ουτοπία» του μια χώρα όπου επικρατούσαν δίκαιες συνθήκες -ήταν μια χώρα πολύ διαφορετική απ’ τη χώρα που ζούσε, της έμοιαζε όμως πολύ, εκτός απ’ το καθεστώς!
Ο Λένιν, κάτω απ’ την απειλή της τσαρικής αστυνομίας, ήθελε να περιγράψει την εκμετάλλευση και την καταπίεση του νησιού Σαχαλίνη από τη ρωσική μπουρζουαζία. Έβαλε Ιαπωνία αντί Ρωσία και Κορέα αντί για Σαχαλίνη. Οι μέθοδες της γιαπωνέζικης μπουρζουαζίας θύμιζαν σ’ όλους τους αναγνώστες τις μέθοδες της ρώσικης στη Σαχαλίνη, αλλά η μπροσούρα δεν απαγορεύτηκε, μιας κι η Ιαπωνία ήταν εχθρός της Ρωσίας.
Πολλά που δε μπορούν να ειπωθούν στη Γερμανία για τη Γερμανία μπορούν να ειπωθούν για την Αυστρία.
Υπάρχουν πολλές πονηριές για να ξεγελάσει κανείς το καχύποπτο κράτος.
Ο Βολτέρος πολέμησε την πίστη στα θαύματα που καλλιεργούσε η Εκκλησία μ’ ένα λαμπρό ποίημα για την παρθένα της Ορλεάνης. Περιέγραψε τα θαύματα που θα ‘πρεπε σίγουρα να ‘χαν συμβεί για να μείνει η Ιωάννα παρθένα σ’ ένα στρατό, σε μιαν Αυλή και ανάμεσα σε καλόγερους.
Με την κομψότητα του ύφους του και με το να περιγράφει ερωτικές περιπέτειες απ’ τη γεμάτη πολυτέλεια ζωή των κυρίαρχων τάξεων τις παράσυρε να απομονώσουν μια θρησκεία που τους έδινε τα μέσα γι’ αυτή τη χαλαρή ζωή. Και μάλιστα, δημιούργησε έτσι τη δυνατότητα να φτάσουν τα έργα του, από παράνομους δρόμους, σ’ εκείνους που απευθύνονταν. Οι Ισχυροί από τους αναγνώστες του προωθούσαν ή ανέχονταν τη διάδοση. Απομόνωναν έτσι την αστυνομία, που τους υπεράσπιζε τις απολαύσεις. Κι ο μεγάλος Λουκρήτιος τόνιζε ρητά πως για τη διάδοση του επικούρειου αθεϊσμού πολλά περιμένει από την ομορφιά των στίχων του.

Πραγματικά, το υψηλό λογοτεχνικό επίπεδο μπορεί να χρησιμέψει σαν ασπίδα για ένα κείμενο. Συχνά όμως ξυπνάει και τις υποψίες. Τότε μπορεί κανείς να το χαμηλώσει επίτηδες. Αυτό γίνεται, για παράδειγμα, όταν κανείς με την περιφρονημένη μορφή του αστυνομικού μυθιστορήματος μπάζει λαθραία, σε ανύποπτα μέρη, περιγραφές κοινωνικών συνθηκών. Τέτοιες περιγραφές θα δικαίωναν, το δίχως άλλο, ένα αστυνομικό μυθιστόρημα. Ο μεγάλος Σαίξπηρ χαμήλωσε το λογοτεχνικό επίπεδο για πολύ λιγότερο σοβαρούς λόγους, όταν έγραψε επίτηδες αδύνατο το λόγο της μάνας του Κοριολανού, με τον οποίο αντιμετωπίζει το γιο της που εκστρατεύει ενάντια στην πατρίδα. Ο Σαίξπηρ ήθελε να δείξει πως ο Κοριολανός δεν εγκαταλείπει τα σχέδιά του για πραγματικούς λόγους ή από μια βαθιά συγκίνηση, άλλα από μια κάποια αδράνεια που τον έσπρωχνε στις παλιές του συνήθειες. Στο Σαίξπηρ βλέπουμε κι ένα παράδειγμα αλήθειας που διαδίδεται με πονηριά στο λόγο του Αντώνιου για το νεκρό του Καίσαρα. Ασταμάτητα τονίζει πως ο δολοφόνος του Καίσαρα, ο Βρούτος, είναι έντιμος άνθρωπος, περιγράφει όμως και την πράξη του, κι η περιγραφή της πράξης είναι πιο δυνατή απ’ του δράστη· ο ρήτορας αφήνεται έτσι μοναχός του να τον νικήσουν τα γεγονότα – τους δίνει πιο πολλή «ευφράδεια» απ’ όση στον εαυτό του. Ένας Αιγύπτιος ποιητής που έζησε πριν τέσσερις χιλιάδες χρόνια χρησιμοποίησε μια παρόμοια μέθοδο. Η μέχρι τότε κυρίαρχη τάξη υπεράσπισε με κόπο τη θέση της από το μεγάλο της αντίπαλο, το τμήμα του πληθυσμού που μέχρι τότε την υπηρετούσε. Στο ποίημα που αναφέρουμε, έρχεται στην αυλή του άρχοντα ένας σοφός και καλεί όλους σε αγώνα κατά του εσωτερικού εχθρού. Περιγράφει πολλή ώρα και διεξοδικά την αναταραχή που γεννήθηκε με την εξέγερση των κατώτερων στρωμάτων. Να ποια ήταν η περιγραφή:


Κι είναι έτσι: Οι μεγάλοι όλο παράπονα κι οι ταπεινοί όλο χαρά. Κάθε πόλη λέει: “Ας διώξουμε από δω τους δυνατούς
Κι είναι έτσι: το συρτάρια ανοίγουν, παίρνουν τους καταλόγους, οι κολίγοι γίνονται αφέντες
Κι είναι έτσι: Ο γιος του φημισμένου πια δεν ξεχωρίζει· το παιδί της κυράς γίνεται του σκλάβου της γιος
Κι είναι έτσι: Τους αφέντες ζέψανε στο μαγγανοπήγαδο. Αυτοί που τη μέρα δεν είχαν αντικρίσει, βγήκανε στο φως
Κι είναι έτσι: Τις εβένινες κάσες της θυσίας τις συντρίψανε· το υπέροχο ξύλο σεστέμ το πελεκάνε για κρεβάτια
Κοιτάτε, έπεσε η πρωτεύουσα μέσα σε μιαν ώρα
Κοιτάτε, της χώρας οι φτωχοί γινήκαν πλούσιοι
Κοιτάτε, ψωμί όποιος δεν είχε έχει τώρα αποθήκη· κι αυτό που είναι μέσα ήταν το βιός ενός αλλού
Κοιτάτε, είναι καλό στον άνθρωπο το φαγητό του
Κοιτάτε, καλαμπόκι· όποιος δεν είχε έχει τώρα αποθήκες· καλαμποκόσπορο όποιος ζητιάνευε μοιράζει τώρα μοναχός του
Κοιτάτε, όποιος δυο βόδια δεν είχε κοπάδια έχει τώρα· αυτός που του ‘λειπαν ζώα για τ’ αλέτρι έχει τώρα κοπάδια από ζώα
Κοιτάτε, εκείνος που κάμαρη δεν είχε να χτίσει έχει τώρα τέσσερις τοίχους
Κοιτάτε, οι Σύμβουλοι στις αποθήκες γυρεύουν καταφύγιο· αυτός που στον τοίχο να γείρει δε μπορούσε κρεβάτι έχει τώρα
Κοιτάτε, αυτός που βάρκα δεν έφτιαχνε δικιά του καράβια έχει τώρα, και σαν ο ιδιοκτήτης τα κοιτάξει, δικά του δεν είναι τώρα πια
Κοιτάτε, ρούχα όσοι είχαν τώρα είναι κουρελήδες κι όποιος πριν ύφαινε γι’ άλλον, τώρα φοράει λεπτό λινό
Ο πλούσιος νηστικός κοιμάται· αυτός που πριν για ζητιανιά τον παρακάλαγε έχει και πίνει καλό κρασί
Κοιτάτε, αυτός που τίποτα δεν ήξερε από άρπα έχει μια τώρα· αυτός που μπρος του δεν τραγουδούσαν παινεύει τώρα τη μουσική
Κοιτάτε, αυτός που από φτώχεια μονάχος κοιμόταν βρίσκει τώρα γυναίκα· αυτή που στο νερό κοιτούσε το πρόσωπο, τώρα έχει καθρέφτη
Κοιτάτε, οι μεγάλοι της χώρας γύρω τρέχουν χωρίς να ‘χουν δουλειά. Στους μεγάλους τίποτα δε λένε πια
Κι είναι έτσι: Τις εβένινες κάσες της θυσίας τις συνέτριψαν· το υπέροχο ξύλο σεστέμ το πελεκάνε για κρεβάτια
Ο παλιός αγγελιαφόρος στέλνει τώρα άλλον
Κοιτάτε, πέντε σταλμένοι από τον κύριό τους. Λένε: Ας πάρει τώρα ο καθένας το δρόμο του, φτάσαμε
Καταλαβαίνει κανείς πως μια τέτοια περιγραφή της αναταραχής θα πρέπει να την παρουσιάζει στους καταπιεζόμενους σαν πολύ επιθυμητή κατάσταση. Κι όμως, τον ποιητή δύσκολα μπορούν να τον πιάσουν. Καταδικάζει αυτές τις συνθήκες ρητά, όμως αδέξια…

Ο Τζόναθαν Σουίφτ πρότεινε σε μια μπροσούρα, για να οδηγηθεί η χώρα στην ευημερία να παστώσουν τα παιδιά των φτωχών και να τα πουλήσουν για κρέας. Παρουσίασε ακριβείς υπολογισμούς που απέδειχναν πως κανείς μπορεί να εξοικονομήσει πολλά αν δε διστάζει μπροστά σε τίποτα.
Ο Σουίφτ παρίστανε τον κουτό. Υπεράσπισε ένα ορισμένο, μισητό του τρόπο σκέψης με πολλή φλόγα κι ευσυνειδησία, σ’ ένα θέμα όπου ολόκληρη η προστυχιά του ερχόταν στο φως, ορατή στον καθένα. Ο καθένας θα μπορούσε να ‘ναι πιο έξυπνος απ’ τον Σουίφτ, ή τουλάχιστο πιο ανθρωπινός, ιδιαίτερα εκείνος που μέχρι τότε δεν είχε ερευνήσει ορισμένες απόψεις τι συνέπειες έχουν.
Η προπαγάνδα για τη σκέψη, σ’ όποιον τομέα και να γίνεται, είναι χρήσιμη για την υπόθεση των καταπιεσμένων. Μια τέτοια προπαγάνδα είναι απόλυτα απαραίτητη. Κάτω από κυβερνήσεις που υπηρετούν την εκμετάλλευση, η σκέψη περνάει για ταπεινή ασχολία.
Ταπεινή ασχολία περνιέται αυτή που είναι χρήσιμη σ’ αυτούς που τους κρατάνε ταπεινούς. Ταπεινή λογίζεται η αδιάκοπη έγνοια για το φαγητό· η περιφρόνηση των διακρίσεων που κρεμάνε στους υπερασπιστές μιας χώρας όπου οι ίδιοι πεινούν· η αμφιβολία για τους ηγέτες που οδηγούν στην καταστροφή· η απέχθεια στη δουλειά που δε δίνει ψωμί· η εναντίωση στον εξαναγκασμό σε παράλογες πράξεις· η αδιαφορία απέναντι στην οικογένεια που το ενδιαφέρον δεν της έκανε τίποτα πια. Τους πεινασμένους τους βρίζουν έκλυτους που δεν έχουν τίποτα να υπερασπίσουν, δειλούς που αμφιβάλλουν για τους καταπιεστές τους, τους βρίζουν πως δεν έχουν εμπιστοσύνη στις δυνάμεις τους, πως θέλουν πληρωμή για τη δουλειά τους, τους λένε αρχιτεμπέληδες και τα παρόμοια. Κάτω από τέτοιες κυβερνήσεις η σκέψη γενικά λογίζεται ταπεινό πράγμα και πέφτει σε κατατρεγμό. Πουθενά πια δε διδάσκουν, κι όπου βλέπουν κάτι τέτοιο το καταδιώκουν. Παρ’ όλ’ α αυτά πάντα υπάρχουν πεδία όπου μπορεί κανείς να μιλήσει ατιμώρητα για τα επιτεύγματα της σκέψης· είναι τα πεδία όπου οι δικτατορίες χρειάζονται τη σκέψη. Έτσι, μπορεί κανείς για παράδειγμα ν’ αποδείξει τα επιτεύγματα της σκέψης στον τομέα της πολεμικές επιστήμης και της τεχνικής. Και η παράταση των αποθεμάτων μαλλιού με μια καλύτερη οργάνωση ή με την εφεύρεση συνθετικών, κι αυτό χρειάζεται σκέψη. Το σκάρτεμα των μέσων διατροφής, η εκπαίδευση των νέων για τον πόλεμο, όλα αυτά χρειάζονται σκέψη: η σκέψη αυτή μπορεί να περιγραφεί. Μπορεί κανείς με πονηριά να αποφύγει τον έπαινο του πολέμου, του άσκεφτου σκοπού αυτής της σκέψης. Έτσι, η σκέψη που ξεκινάει από το πρόβλημα πώς να κάνει κανείς ένα πόλεμο κατά τον καλύτερο δυνατό τρόπο μπορεί να οδηγήσει στο ερώτημα αν αυτός ο πόλεμος έχει νόημα, και μπορεί να χρησιμοποιήσει για να λύσει το πρόβλημα του πώς αποφεύγεται με τον καλύτερο τρόπο ένας πόλεμος χωρίς νόημα.
Φυσικά, αυτό το ερώτημα μπορεί ν’ αξιοποιηθεί, δηλαδή να διαμορφωθεί σε σκέψη που να επεμβαίνει στην πραγματικότητα; Μπορεί.
Για να συνεχίσει σε μια εποχή σαν τη δική μας να είναι δυνατή η καταπίεση, που υπηρετεί την εκμετάλλευση της μιας (της μεγαλύτερης) μερίδας του πληθυσμού από την άλλη (μικρότερη) μερίδα, χρειάζεται μια πέρα για πέρα συγκεκριμένη βασική στάση του πληθυσμού, που πρέπει να απλώνεται σ’ όλα τα πεδία. Μια ανακάλυψη στον τομέα της ζωολογίας, όπως του Άγγλου Δαρβίνου, θα μπορούσε ν’ αποβεί ξαφνικά επικίνδυνη για την εκμετάλλευση· παρ’ όλ’ αυτά, για ένα διάστημα μονάχα η Εκκλησία ασχολιόταν μ’ αυτή, ενώ η αστυνομία δεν καταλάβαινε τίποτα. Οι έρευνες των φυσικών οδήγησαν τα τελευταία χρόνια σε συμπεράσματα στον τομέα της λογικής που θα μπορούσαν να βάλουν σε κίνδυνο μια σειρά άρθρων πίστης χρήσιμων στην καταπίεση. Ο φιλόσοφος του πρωσικού κράτους Χέγκελ, στη διάρκεια δύσκολων αναζητήσεων στον τομέα της λογικής, έδωσε στους Μαρξ και Λένιν, τους κλασικούς της προλεταριακής επανάστασης, μέθοδες ανυπολόγιστης αξίας. Η ανάπτυξη των επιστημών γίνεται σε αλληλεξάρτηση, ανισόμετρα όμως, και το κράτος δεν είναι σε θέση να τα επιβλέπει όλα. Οι μαχητές της αλήθειας μπορούν να διαλέγουν πεδία μάχης σχετικά αφύλαχτα. 
Όλα κρέμονται από το αν διδάσκεται ο σωστός τρόπος σκέψης, ένας τρόπος σκέψης που να ρωτάει όλα τα πράγματα κι όλες τις διαδικασίες για την προσωρινή τους και τη μεταλλάξιμη πλευρά. Οι εξουσιαστές έχουν ισχυρή αποστροφή στις μεγάλες αλλαγές, θα ‘θελαν όλα να μείνουν όπως είναι, τουλάχιστο για χίλια χρόνια. Το καλύτερο θα ‘ταν το φεγγάρι να ‘μένε ακίνητο, κι ο ήλιος να μην προχωρούσε πια! Τότε κανένα δε θα τον έπιανε πείνα και δε θα γύρευε να φάει για βράδυ. Όταν πυροβολήσουν θέλουν ο αντίπαλος να μη μπορεί πια να ρίξει, θέλουν ο δικός τους πυροβολισμός να ‘ναι ο τελευταίος. Ένας τρόπος παρατήρησης που τονίζει ιδιαίτερα το παροδικό, είναι καλό μέσο για να δώσει κανείς κουράγιο στους καταπιεσμένους. Ακόμα, το ότι σε κάθε πράγμα και σε κάθε κατάσταση παρουσιάζεται κι αναπτύσσεται μια αντίφαση, κι αυτό είναι κάτι που πρέπει ν’ αντιπαραχτεί στους νικητές. Ένας τέτοιος τρόπος παρατήρησης (όπως η διαλεκτική, η διαδικασία για τη ροή των πραγμάτων) μπορεί να χρησιμοποιηθεί στην έρευνα αντικειμένων που για ένα διάστημα ξεφεύγουν απ’ την προσοχή των εξουσιαστών. Μπορεί να τον εφαρμόσει κανείς στη βιολογία ή στη χημεία. 
Μπορεί όμως κανείς να τον εξασκήσει και περιγράφοντας την τύχη μιας οικογένειας, χωρίς να προκαλέσει πολύ την προσοχή. Η εξάρτηση κάθε πράγματος από πολλά αλλά, που αδιάκοπα αλλάζουν, είναι μια σκέψη επικίνδυνη για δικτατορίες, και μπορεί να εμφανιστεί με διάφορους τρόπους χωρίς να δώσει λαβή στην αστυνομία. Μια ολοκληρωμένη περιγραφή όλων των καταστάσεων και διαδικασιών που συναντά ένας άνθρωπος που ανοίγει ένα καπνοπωλείο μπορεί ν’ αποτελέσει σκληρό χτύπημα στην δικτατορία. Ο καθένας που σκέφτεται λίγο θα βρει το γιατί. Οι κυβερνήσεις που οδηγούν τις μάζες των ανθρώπων στην εξαθλίωση πρέπει ν’ αποφύγουν το να σκέφτονται οι εξαθλιωμένοι την κυβέρνηση. Μιλάνε πολύ για μοίρα. Αυτή, κι όχι οι ίδιοι, φταίει τάχα για την ανέχεια. Όποιος ερευνάει την αιτία της ανέχειας τον συλλαμβάνουν, προτού φτάσει στην κυβέρνηση. Είναι όμως δυνατό ν’ αντιμετωπίσει κανείς γενικά τις φλυαρίες για τη μοίρα· μπορεί κανείς να δείξει πως τη μοίρα του ανθρώπου τη φτιάχνουν άνθρωποι.
Αυτό πάλι μπορεί να γίνει με πολλούς τρόπους. Μπορεί, για παράδειγμα, να διηγηθεί κανείς την ιστορία ενός υποστατικού στην Ισλανδία· ολόκληρο το χωριό μιλάει για μια κατάρα εκεί. Μια αγρότισσα ρίχτηκε στο πηγάδι, ένας αγρότης κρεμάστηκε. Μια μέρα γίνετ’ ένας γάμος, ο γιος του αγρότη παντρεύεται με μια κοπέλα που φέρνει μερικά χωράφια προίκα. Η κατάρα εξαφανίζεται. Το χωριό δεν έχει ομόφωνη γνώμη για την αιτία αυτής της αλλαγής προς το καλύτερο. Άλλοι την αποδίδουν στη χαρούμενη φύση του νεαρού αγρότη, άλλοι στα χωράφια που έφερε μαζί της η νεαρή αγρότισσα και που κάνουν το υποστατικό για πρώτη φορά βιώσιμο. Αλλά και σ’ ένα ποίημα ακόμα που περιγράφει ένα τοπίο μπορεί κανείς κάτι να πετύχει, αν δηλαδή στη φύση ενσωματωθούν τα πράγματα τα καμωμένα από τον άνθρωπο. Χρειάζεται πονηριά για να διαδοθεί η αλήθεια.
Ανακεφαλαίωση
Η μεγάλη αλήθεια της εποχής μας (που δεν υπηρετεί κανείς με το να τη βρει μονάχα, που όμως χωρίς αυτή καμιά άλλη σημαντική αλήθεια δε μπορεί να βρεθεί) είναι ότι η ήπειρός μας βουλιάζει στη βαρβαρότητα επειδή προσπαθούν να διατηρήσουν με τη βία τις σχέσεις ιδιοκτησίας στα μέσα παραγωγής. Τι ωφελεί να γράψει κανείς κάτι θαρραλέο απ’ όπου να βγαίνει πως η κατάσταση που βρισκόμαστε είναι βάρβαρη (που είναι αλήθεια) αν δε φαίνεται ξεκάθαρα για ποιο λόγο φτάσαμε σ’ αυτή την κατάσταση; Πρέπει να πούμε ότι τα βασανιστήρια γίνονται γιατί πρέπει να διατηρηθούν οι σχέσεις ιδιοκτησίας. Φυσικά, λέγοντάς το αυτό χάνουμε πολλούς φίλους που είναι αντίθετοι στα βασανιστήρια γιατί πιστεύουν πως οι σχέσεις ιδιοκτησίας θα μπορούσαν να διατηρηθούν και χωρίς αυτά (που δεν είναι αλήθεια).
Πρέπει να πούμε την αλήθεια για τις βάρβαρες συνθήκες στη χώρα μας για να μπορέσει να γίνει αυτό που θα τις εξαφανίσει, δηλαδή αυτό που θ’ αλλάξει τις σχέσεις ιδιοκτησίας.
Πρέπει ακόμα να το πούμε σ’ εκείνους που υποφέρουν πιο πολύ απ’ όλους κάτω απ’ τις σημερινές σχέσεις ιδιοκτησίας, που έχουν το πιο δυνατό συμφέρον για την αλλαγή τους, στους εργάτες, και σ’ εκείνους που μπορούμε να οδηγήσουμε στους εργάτες σαν συμμάχους, γιατί στην πραγματικότητα δεν έχουν ούτε κι εκείνοι ιδιοκτησία στα μέσα παραγωγής, όσο κι αν παίρνουν μερίδιο απ’ τα κέρδη.
Και πρέπει, πέμπτο, να βαδίσουμε με πονηριά.
Κι όλες αυτές τις πέντε δυσκολίες πρέπει να τις ξεπερνάμε ταυτόχρονα, γιατί δεν μπορούμε να ερευνάμε την αλήθεια για τις βάρβαρες συνθήκες χωρίς να σκεφτόμαστε εκείνους που υποφέρουν κάτω απ’ αυτές και καθώς, διώχνοντας κάθε πειρασμό δειλίας, γυρεύουμε τις αληθινές αιτίες με τη σκέψη μας στραμμένη σ’ εκείνους που είναι πρόθυμοι να χρησιμοποιήσουν τις γνώσεις τους, πρέπει ταυτόχρονα να σκεφτόμαστε και το πώς θα τους δώσουμε την αλήθεια με τρόπο που να ‘ναι στα χέρια τους όπλο, και με τόση πονηριά που η μετάδοση αυτή να μη μπορεί ν’ ανακαλυφτεί και να εμποδιστεί από τον εχθρό.
Τέτοιες είναι λοιπόν οι απαίτησες μας, όταν ζητάμε από τους συγγραφείς να γράφουν την αλήθεια.
~~~~~~~~~~~
1935, Παρίσι
«Συνέδριο για την υπεράσπιση της Κουλτούρας»

________

Πέμπτη, 9 Αυγούστου 2018

Αναζητώντας την ιστορική αλήθεια

 Αντί αφιερώματος στον Ν. Ψυρούκη *  


Στις 6 Ιουλίου συμπληρώθηκαν 15 χρόνια από το θάνατο του κορυφαίου Έλληνα ιστορικού και επαναστάτη Ν. Ψυρούκη.
Ο Ψυρούκης με αφετηρία την αποικιοκρατία, τον ιμπεριαλισμό και τα πολυσυζητημένα ζητήματα της σχέσης μητρόπολης – περιφέρειας, κατέθεσε μια σειρά από καίριες προσεγγίσεις που προκάλεσαν και γονιμοποίησαν εκτεταμένες συζητήσεις.
Θέσεις του αμφισβητήθηκαν πολλές φορές από τους συναδέλφους του της κοινότητας των ιστορικών καθώς διέφεραν σε πολλά από τις καθιερωμένες της αριστερής ιστοριογραφίας.
Οι μελέτες του αποτελούν σημαντική συμβολή στην ερμηνεία και ανάλυση των εκμεταλλευτικών κοινωνιών, καθώς και στην προσπάθεια διαμόρφωσης ενός προτάγματος ανατροπής αυτών των κοινωνιών.
Στα όσα, ελάχιστα, έχουν γραφτεί γι αυτόν, οι αναφορές περιστρέφονται, δικαιολογημένα, στο ιστορικό του έργο και κυρίως στο παγκοσμίως πρωτοποριακό του έργο τη Μικρασιατική καταστροφή.
Σήμερα τιμώντας το έργο και την επιστημονική προσφορά του –και με αφορμή τη συζήτηση για τη συμπλήρωση 100 χρόνων από την μεγάλη Οκτωβριανή επανάσταση του 1917- παρουσιάζω την κριτική που ασκεί στο Λένιν και το κόμμα των μπολσεβίκων για το ζήτημα της δικτατορίας του προλεταριάτου.
Το κείμενο που ακλουθεί βασίζεται πρωτίστως στο δεύτερο τόμο του έργου του «Οι ταξικοί αγώνες στην εποχή του καπιταλισμού» και ειδικότερα στο 4° κεφάλαιο με υπότιτλο «η θεωρία του Λένιν για τη δικτατορία του προλεταριάτου». Βασίζεται επίσης στο τελευταίο του έργο « Καπιταλισμός από τη γενική κρίση στη σήψη».

Σημειώνει λοιπόν ο Ψυρούκης:

«Οι Μαρξ και Ένγκελς μελετώντας την πείρα της ταξικής πάλης στην καπιταλιστική κοινωνία, βασικά στο στάδιο ανάπτυξης του ελευθέρου ανταγωνισμού και του φιλελευθέρου καπιταλισμού, έφτασαν στο συμπέρασμα ότι ανάμεσα στην καπιταλιστική κοινωνία και την αταξική κοινωνία, μεσολαβεί ένα μεταβατικό κοινωνικό καθεστώς που το ονόμασαν «δικτατορία του προλεταριάτου».
Στο καθεστώς αυτό την ταξική ηγεμονία θα την έχει η εργατική τάξη και θα επικρατεί η άμεση δημοκρατία του εργαζόμενου λαού.
Μετά από την Κομούνα του Παρισιού ο Μαρξ θα επαναλάβει:
«Ανάμεσα στην καπιταλιστική και την κομμουνιστική κοινωνία μεσολαβεί η περίοδος της επαναστατικής αλλαγής από τη μια κοινωνία στην άλλη. Σ’ αυτήν ανταποκρίνεται και η ανάλογη μεταβατική πολιτική περίοδος, όπου το κράτος δεν μπορεί να είναι τίποτ’ άλλο παρά η επαναστατική δικτατορία του προλεταριάτου».

Ο Φ. Ένγκελς στο Αντί-Ντύρινγκ εξηγούσε τη γέννηση και την εξέλιξη των ανταγωνιστικών τάξεων έτσι: « Για όσο καιρό ο πραγματικά εργαζόμενος πληθυσμός θα απασχολείται με την αναγκαία εργασία τόσο που να μη του μένει καιρός για να ασχολείται με τις κοινές υποθέσεις της κοινωνίας (διεύθυνση της εργασίας, κρατικές υποθέσεις, νομικές υποθέσεις, τέχνη, επιστήμη κ.λπ.) θα υπάρχει υποχρεωτικά μια ιδιαίτερη τάξη που, απελευθερωμένη από την πραγματική εργασία, θα ασχολείται με αυτά τα πράγματα. Και η τάξη αυτή, φυσικά, ποτέ δεν ξεχνάει να φορτώνει στις πλάτες των εργαζομένων όλο και μεγαλύτερα εργατικά βάρη, βέβαια για το δικό της όφελος». Κατά συνέπεια, το καθεστώς της δικτατορίας του προλεταριάτου προϋποθέτει υψηλό επίπεδο ανάπτυξης παραγωγικών δυνάμεων και αρκετό ελεύθερο χρόνο για τους εργάτες και γενικά για τους εργαζόμενους.


Ο Λένιν, σε όλη τη μακρόχρονη περίοδο της θεωρητικής και πολιτικής του δράσης, υπερασπίστηκε με συνέπεια τις θέσεις των Μαρξ και Ένγκελς πάνω στο πρόβλημα της δικτατορίας του προλεταριάτου. Μα τα επαναστατικά γεγονότα του 1917 και η κατάληψη της πολιτικής εξουσίας από το κόμμα των μπολσεβίκων, τον υποχρέωσαν να διευκρινίσει θεωρητικά το χαρακτήρα του νέου καθεστώτος.


Η Ρωσία δεν ήταν προηγμένη χώρα.


Ο Λένιν πίστευε, στην αρχή, ότι η ρωσική επανάσταση θα μετέφερε τη φωτιά της στην «αναπτυγμένη» Δύση, όπου θα άρχιζε και εκεί η οικοδόμηση του σοσιαλισμού.
Όταν η πρόβλεψη αυτή αποδείχτηκε λαθεμένη, τότε θέλησε να εξηγήσει το νέο ρωσικό πολίτευμα, που το προσδιόρισε ως δικτατορία του προλεταριάτου.
Το λάθος ξεκινούσε από το γεγονός ότι, στα 1917, ο Λένιν θεωρούσε τη δικτατορία του προλεταριάτου όχι τόσο κοινωνικό μεταβατικό καθεστώς, όσο πολιτικό.
Το Σεπτέμβριο του 1917 εξηγούσε τι είναι ο προλεταριακός σοσιαλισμός. Έγραφε: «Σοσιαλισμός δεν είναι τίποτα άλλο, παρά το κρατικό κεφαλαιοκρατικό μονοπώλιο, που χρησιμοποιείται προς όφελος όλου του λαού και γι’ αυτό το λόγο έπαψε να είναι κεφαλαιοκρατικό μονοπώλιο.»
Ο Λένιν όπως και όλη η ηγεσία των μπολσεβίκων αποδέχονταν, χωρίς να το συνειδητοποιούν, την ιδεαλιστική αντίληψη του καθολικού νόμου της αντίφασης, δηλαδή ότι η άρνηση της άρνησης οδηγεί στην κατάφαση. Ότι κρατικοµονοπωλιακός καπιταλισμός και μη καπιταλισμός, και η σύνθεσή τους να εκφράζει την προλεταριακή ηγεμονία. Όμως η τάση της προλεταριακής ηγεμονίας αποκλείει τον κρατικομονοπωλιακό καπιταλισμό και σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να φτάσει στην κατάφαση που ονόμαζε ο Λένιν σοσιαλισμό.


Εδώ πρέπει να σταθούμε στο θέμα της αντίφασης.
Το ζεύγος των αντιθέτων εμπεριέχει τόσο την αλληλοσυμπληρούμενη όσο και την αλληλοαποκλειόμενη πλευρά.
Στον καπιταλισμό, το κεφάλαιο και η μισθωτή εργασία (το ζεύγος της καπιταλιστικής αντίφασης), τόσο αλληλοσυμπληρώνονται όσο και αλληλοαποκλείονται.
Στην πρώτη περίπτωση εκφράζεται η αντεπανάσταση, στη δεύτερη η επανάσταση.
Τι σημαίνει αυτό; Σημαίνει ότι η υπεροχή της αλληλοσυμπληρούμενης πλευράς της αντίφασης οδηγεί στην εδραίωση της αντεπανάστασης σε νέα βάση.
Με άλλα λόγια, η σύνθεση σημαίνει τη συνέχιση της παλιάς αντίφασης, έστω και κάτω από τροποποιημένες μορφές, τέτοιες που να διασφαλίζουν την ταξική ηγεμονία στην άρχουσα τάξη.
Στη δεύτερη περίπτωση, την περίπτωση δηλ. που στο ζεύγος της αντίφασης υπερέχει η αλληλοαποκλειόμενη πλευρά, το αποτέλεσμα δεν είναι η σύνθεση, αλλά η διάσπαση στα δυο, δηλαδή η επαναστατική αλλαγή. Το ένα γίνεται δυο και όχι τα δυο ενώνονται. Γιατί η αντίφαση κάθε φαινομένου το καταλύει μονάχα με την επικράτηση της αλληλοαποκλειόμενης πλευράς.
Σ’ αυτή την περίπτωση οι μπολσεβίκοι αποδέχονταν ως μοναδική-κυρίαρχη την αλληλοσυμπληρούμενη πλευρά της καπιταλιστικής αντίφασης, δηλ. την αντίθεση ανάμεσα στο κεφάλαιο και τη μισθωτή εργασία και μάλιστα με την «πρωτοτυπία» ότι αυτό μπορεί να γίνει επειδή η εργατική τάξη αναλαμβάνει η ίδια να διαχειριστεί την εκμετάλλευσή της από το κεφάλαιο.
Αυτό έλεγε και ο ίδιος ο Λένιν στο 11ο συνέδριο του κόμματος των μπολσεβίκων: « Τα παλιά βιβλία μιλούσαν για τον κρατικό καπιταλισμό στις συνθήκες του καπιταλισμού. Κανένα δε μιλάει για το τι είναι ο κρατικός καπιταλισμός στις συνθήκες του κομμουνισμού.»
Τέτοια μεγάλη παραμορφωτική αντίληψη υπήρχε για τη νέα πραγματικότητα στη μετεπαναστατική Ρωσία έτσι ώστε να θεωρείται κομμουνισμός η πολιτική εξουσία των μπολσεβίκων.
Αν το κόμμα των μπολσεβίκων είχε ξεκάθαρη διαλεκτική υλιστική αντίληψη για την αντίφαση, δεν είχε αυταπάτες για τον πρωτοποριακό καθοδηγητικό του ρόλο, ως κηδεμόνα των εργατών, άρα αν έβλεπε τις μάζες ως φορέα και κινητήρια δύναμη της κοινωνικής εξέλιξης και τον εαυτό του αποτελεσματικό μέσο για την προώθηση της επαναστατικής τάσης μέσα στην πρακτική πάλη των καταπιεσμένων μαζών, τότε πολλά αρνητικά και μοιραία ίσως να είχαν αποφευχθεί και η αντιιμπεριαλιστική επανάσταση να είχε κερδίσει πολλά.
Και πρώτα απ’ όλα ένα ζωντανό γνήσιο προλεταριακό δημοκρατικό δημόσιο βίο, βασισμένο στο αναφαίρετο δικαίωμα της συνέχισης της επανάστασης των μαζών.
Πάντως θα ήταν σοβαρή παράλειψη αν δεν υπογραμμίζαμε το γεγονός ότι ο Λένιν επέμενε πως τα πάντα θα ήταν κάτω από τον έλεγχο και την καθοδήγηση του ένοπλου προλεταριάτου που θα έβαζε φραγμό στη γραφειοκρατία, στην υπαλληλοκρατία κ.λπ.
Μα το κρατικό κεφαλαιοκρατικό μονοπώλιο, ο κρατικοµονοπωλιακός καπιταλισμός, για να λειτουργήσει, απαιτεί και γεννάει τη συλλογική γραφειοκρατική αστική τάξη (ή πιο σωστά μετατρέπει την παλιά αστική τάξη σε συλλογική γραφειοκρατική κρατική).


Τι θα γινόταν, λοιπόν, όταν δεν θα υπήρχε ένοπλο προλεταριάτο, οργανωμένο ως τάξη, κι όταν όλα θα είχαν συγκεντρωθεί στα χέρια ενός κόμματος, δηλ. στα χέρια της ηγεσίας αυτής της τάξης. 
Κι αυτό ήταν κάτι που έπρεπε να το περιμένει ο Λένιν, μια και οι προϋποθέσεις που προέβλεπε ο Ένγκελς στο Αντί-Ντύρινγκ, για την επιβολή της δικτατορίας του προλεταριάτου, σχεδόν απουσίαζαν παντελώς στη Ρωσία.
Θα μπορούσε άραγε το προλεταριάτο να ανατρέψει, από την αρχή, τον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής, ή θα συγκέντρωνε τα πάντα στα χέρια του ο συνολικός καπιταλίστας ( το αστικό κράτος με τη μια ή την άλλη μορφή ) και θα μεγάλωνε η εκμετάλλευση σε βάρος των εργαζομένων;
Μετά την ένοπλη επαναστατική εξέγερση του Οκτώβρη τα πράγματα είχαν ξεκαθαρίσει αρκετά και ο Λένιν στα 1919 έλεγε: «Σοσιαλισμός σημαίνει εξάλειψη των τάξεων. Η δικτατορία του προλεταριάτου έκανε, για την εξάλειψη αυτή, ότι μπορούσε. Οι τάξεις, όμως, δεν μπορούν να εξαλειφθούν με μιας……».
Ο Λένιν θεωρούσε απαραίτητη προϋπόθεση, για να νικήσει το καθεστώς της δικτατορίας του προλεταριάτου την άμεση και έμμεση νίκη της ιδέας των σοβιέτ, μια προϋπόθεση που δεν πραγματοποιήθηκε τον Οκτώβρη του 1917, αφού την εξουσία την ανέλαβε το κόμμα των μπολσεβίκων (στην περίπτωση αυτή το κόμμα των μπολσεβίκων εκπλήρωσε μια λειτουργία των κομμάτων της αστικής κοινωνίας).
Το γεγονός αυτό ενίσχυε τον κρατικομονοπωλιακό καπιταλισμό και γι’ αυτό, από το 1918, ο Λένιν υποχρεώθηκε να καταφύγει στον παλιό, τον αστικό τρόπο διαχείρισης, που τον ανέλαβαν αστοί ειδικοί παράγοντες παίρνοντας μεγάλους μισθούς κ.λπ.
Γι’ αυτό το λόγο, για το λόγο ότι τα σοβιέτ δεν είχαν αυτοτέλεια, πηγαία και γνήσια αυτοβουλία στην πράξη, μα ήταν καθοδηγούμενα και όργανα της κομματικής πολιτικής, δόθηκε η δυνατότητα να αναπτυχθεί γρήγορα μια νέα γραφειοκρατία (του κρατικομονοπωλιακού καπιταλισμού).
Ο Λένιν στα 1918 παρατηρούσε: «Υπάρχει η μικροαστική τάση να μετατραπούν τα μέλη των σοβιέτ σε κοινοβουλευτικούς άνδρες ή από το άλλο μέρος σε γραφειοκράτες».
Δηλαδή υπήρχαν έντονα δυο τάσεις: ή να αποκατασταθεί η παλιά αστική εξουσία, ή –πράγμα που έγινε- να επιβληθεί η εξουσία της συλλογικής γραφειοκρατικής κρατικής αστικής τάξης (του γνήσιου φορέα του συνολικού καπιταλίστα, του κρατικομονοπωλιακού καπιταλισμού). Και ο Λένιν για να αποφύγει το κακό απαιτούσε περισσότερη δικτατορία. «Δικτατορία θα πει σιδερένια εξουσία, επαναστατικά τολμηρή και γρήγορη, αμείλικτη στην κατάπνιξη των εκμεταλλευτών, όσο και των αλητών».
Μα με ποιο τρόπο θα ξεχώριζε η δικτατορία αυτή τους αλήτες από τους μη αλήτες;
Η δικτατορία του προλεταριάτου, σύμφωνα με τη σκέψη του Κ. Μαρξ, βασίζεται στην ανωτερότητα της εργατικής τάξης, στην ικανότητα να κερδίζει τις μάζες με τη μέθοδο της πειθούς, βασίζεται σ’ αυτό που έλεγε ο Μάο Τσε Τούνγκ: «να χτυπιέται το κακό, να σώζεται ο άνθρωπος».


Οι μεγάλοι πολύμορφοι μηχανισμοί φόβου και καταστολής είναι ειδοποιό στοιχείο του ολοκληρωτισμού του κρατικομονοπωλιακού καπιταλισμού και όχι της δικτατορίας του προλεταριάτου.
Ο Λένιν δεν είχε αυταπάτες για την εργατική τάξη της Ρωσίας το 1918.
Περιέγραφε την κατάσταση έτσι: « Ο εργάτης δεν ήταν ποτέ χωρισμένος με σινικό τείχος από την παλιά κοινωνία. Πολλά άφησε και σ’ αυτόν η πατροπαράδοτη ψυχολογία της καπιταλιστικής κοινωνίας. Οι εργάτες οικοδομούν τη νέα κοινωνία χωρίς να έχουν γίνει νέοι άνθρωποι, απαλλαγμένοι από τη λάσπη του παλιού κόσμου, αλλά είναι χωμένοι ως το γόνατο μέσα σε αυτή τη λάσπη. Προς το παρόν αυτό δεν είναι παρά όνειρο. Θα ήταν η μεγαλύτερη ουτοπία να νομίζαμε ότι αυτό θα μπορούσε να γίνει αμέσως. Θα ήταν ουτοπία που, στην πράξη, θα μετέθετε απλώς το Βασίλειο του σοσιαλισμού στους ουρανούς. Όχι εμείς δεν ξεκινάμε να χτίσουμε το σοσιαλισμό με αυτόν τον τρόπο. Καταπιανόμαστε με το έργο αυτό, ξεκινώντας από την καπιταλιστική κοινωνία, αντιπαλεύοντας όλες τις αδυναμίες, τις ελλείψεις, που έχουν και οι εργαζόμενοι και τραβάν το προλεταριάτο προς τα πίσω».
Κι’ εδώ παρατηρούμε κάποια απόκλιση από τη σκέψη του Κ. Μαρξ.


Τόσο ο Μαρξ όσο και ο Ένγκελς ανέπτυξαν την άποψη ότι το προλεταριάτο, με την επανάστασή του, θα μεταμορφωθεί, το ίδιο σε εκρηκτική επαναστατική δύναμη, ικανή να αλλάξει το ίδιο το προλεταριάτο και ολόκληρη την κοινωνία.
Στη δικτατορία του προλεταριάτου, όταν η εργατική τάξη είναι ίσαμε τα γόνατα μέσα στο βούρκο της καπιταλιστικής σαπίλας, τότε δεν μπορεί να παίξει το ρόλο του απελευθερωτή του εαυτού της και ολόκληρης της κοινωνίας.
Μα και ο ίδιος ο Λένιν προσδιόριζε και με τον παρακάτω τρόπο τη δικτατορία του προλεταριάτου: «Η δικτατορία του προλεταριάτου, αν μεταφράσουμε αυτή τη λατινική, επιστημονική, ιστορικό-φιλοσοφική έκφραση σε απλή γλώσσα, σημαίνει τούτο δω: μόνο μια καθορισμένη τάξη, και ακριβώς οι εργάτες της πόλης και γενικά οι εργοστασιακοί εργάτες, οι βιομηχανικοί εργάτες, είναι σε θέση να καθοδηγήσουν όλη τη μάζα των εργαζομένων και των εκμεταλλευομένων στον αγώνα για την ανατροπή του ζυγού του κεφαλαίου, στην πορεία της ίδιας της ανατροπής, στον αγώνα για τη διατήρηση και τη στερέωση της νίκης, στο έργο για τη δημιουργία ενός νέου σοσιαλιστικού καθεστώτος, σε όλο τον αγώνα για την ολοκληρωτική κατάργηση των τάξεων….».
Μα το προλεταριάτο αυτό έπρεπε να είναι πρωτοπόρα και ακηδεμόνευτη δύναμη, το αντίθετο από αυτό που συνέβαινε στην πραγματικότητα της Ρωσίας του 1917.


Τα αποτελέσματα της ένοπλης επαναστατικής εξέγερσης του Οκτώβρη και η κατάληψη της εξουσίας στο όνομα της εργατικής τάξης και των φτωχών αγροτών από το κόμμα των μπολσεβίκων οδηγούσαν το Λένιν στην άποψη ότι, τουλάχιστο για μεγάλο διάστημα, το κόμμα των μπολσεβίκων θα ήταν ο κύριος οργανωτής των πάντων.
Για το Λένιν χωρίς ένα κόμμα φτιαγμένο από σίδερο δοκιμασμένο μέσα στην πάλη, που να έχει την εμπιστοσύνη των μαζών, μα που και στο εσωτερικό του να επικρατεί ο συγκεντρωτισμός και η αυστηρή πειθαρχία, θα ήταν αδύνατο να επιβιώσει η δικτατορία του προλεταριάτου, αυτός ο ηρωικός αγώνας, αιματηρός και όχι, βίαιος και ειρηνικός, οικονομικός και στρατιωτικός, παιδαγωγικός και διοικητικός.
Αλλά αυτό δεν ήταν δικτατορία του προλεταριάτου, μα αποκλειστική εξουσία του κόμματος των μπολσεβίκων.
Μήπως όμως και το ίδιο το κόμμα των μπολσεβίκων ήταν μονολιθικό;
Δεν κατατρώγονταν από τις αντιθέσεις των διάφορων αποχρώσεων και αποκλίσεων που εκδήλωναν οι διάφορες ομάδες της ηγεσίας του και που αντανακλούσαν την πραγματικότητα της τότε Ρωσικής κοινωνίας;
Η μονολιθικότητα και η σιδερένια πειθαρχία δεν αποτελούσε άραγε άρνηση ενός βασικού νόμου του διαλεκτικού υλισμού, του καθολικού νόμου της αντίθεσης που τελικά οδηγεί το ένα σε δύο, κάτι που είχε εφαρμόσει στο παρελθόν στην πράξη και ο ίδιος ο Λένιν;
Βέβαια ο Λένιν, θεωρούσε ως αντίδοτο, ως ακαταμάχητο όπλο, το δημοκρατικό συγκεντρωτισμό που θα αντιπάλευε το γραφειοκρατικό συγκεντρωτισμό, το δημοκρατικό συγκεντρωτισμό που τον εννοούσε ως προϋπόθεση της ανάπτυξης της πρωτοβουλίας, της δημιουργικότητας, των ελεύθερων συζητήσεων και των ελεύθερων αποφάσεων. Μα οι αποφάσεις έπρεπε να γίνονται σεβαστές και να εκτελούνται απ’ όλους.
Αντίθετα ο γραφειοκρατικός συγκεντρωτισμός σήμαινε τυφλή πειθαρχία σε κάποιο ιερατείο αξιωματούχων, που αποφασίζουν και διατάσσουν.
Μα αν στη νέα Ρωσία θα επικρατούσε ο δημοκρατικός ή ο γραφειοκρατικός συγκεντρωτισμός έτσι όπως είχαν τα πράγματα, όλα θα εξαρτιόταν από την εξέλιξη του μπολσεβίκικου κόμματος.
Δηλαδή αν σαν κόμμα εξουσίας θα μετατρεπόταν σε ένα τεράστιο γραφειοκρατικό μηχανισμό, ελεγχόμενο από την τροποποιημένη αστική τάξη, ή αν θα μετεξελισσόταν σε μια ζωντανή επαναστατική οργάνωση που με τους αγώνες της θα διευκόλυνε να αναπτυχθούν οι συνθήκες εκείνες που θα επέτρεπαν να προχωρήσουν οι μάζες στην άμεση ανάληψη της εξουσίας.
Ο Λένιν πάντα τόνιζε, ότι και μετά τη νίκη του Οκτώβρη, τίποτε δεν είχε διασφαλιστεί.
Πάντα υπήρχε, για τον Λένιν, η δυνατότητα της ιστορικής οπισθοδρόμησης.


Αυτή μπορούσε να συντελεστεί χάρη στην εξωτερική βίαιη εισβολή των ιμπεριαλιστών, χάρη στη γραφειοκρατικοποίηση του κόμματος των μπολσεβίκων και της νέας πολιτικής εξουσίας, οπότε πάντα σύμφωνα με τη θεωρία του Λένιν, θα λειτουργούσε ο κρατικοµονοπωλιακός καπιταλισμός χωρίς να υπάρχει και το αντίπαλο δέος, η δικτατορία του προλεταριάτου, χάρη στον πιο επικίνδυνο εσωτερικό εχθρό, το μικροιδιοκτησιακό στοιχείο, που γεννούσε καθημερινά τον καπιταλισμό και παρέλυε την επαναστατική θέληση του προλεταριάτου.
Όμως εκείνο που δεν μπόρεσε να δει ο Λένιν, μπλεγμένος στις απόψεις του, απόψεις που επέμεναν να στηρίζονται a priori στη θέση ότι ο Οκτώβρης επέβαλε τη δικτατορία του προλεταριάτου στη Ρωσία, ήταν ότι η Οκτωβριανή επανάσταση αποτελούσε την απαρχή μιας νέας εποχής: την εποχή της σύγκρουσης ανάμεσα στην ιμπεριαλιστική αντεπανάσταση και την αντιιμπεριαλιστική επανάσταση (αντικαπιταλιστική-εργατική συν εθνικοαπελευθερωτική), όπου το κύριο χαρακτηριστικό της δεύτερης είναι ο αγώνας για την κατάλυση του διεθνούς αποικιοκρατικού καπιταλιστικού καταμερισμού της εργασίας και των διεθνών άνισων ανταλλαγών για την επιβολή της εθνικής αυτοδιάθεσης-εθνικής ανεξαρτησίας, όλων των εθνών του κόσμου.
Πάντως θα πρέπει κανείς να πάρει υπόψη του την ιστορική συγκυρία στα χρόνια 1918-1922, την ξένη στρατιωτική επέμβαση στη Ρωσία, τον αιματηρό εμφύλιο πόλεμο, το λιμό του ρωσικού λαού, τις μεταμορφώσεις των τάξεων και την «αρρώστια» -όπως έλεγε ο Λένιν- του μπολσεβίκικου κόμματος.
Η εξέλιξη των γεγονότων ήταν αφάνταστα γρήγορη, δραματική και περιπετειώδης.
Μέσα σε τέτοιες συνθήκες είναι ανθρώπινη η εμμονή σε θέσεις-πιστεύω, που τελικά στάθηκαν εμπόδιο ν’ αντιληφθεί ο Λένιν σφαιρικά και ολόπλευρα την καινούρια Ρώσικη και παγκόσμια πραγματικότητα.
Ακόμα και άνθρωποι της μεγάλης επαναστατικής εμβέλειας και του επιστημονικού αναστήματος του Β.Ι. Λένιν κουβαλάνε τα σημάδια της πραγματικότητας που ζουν.


Παρόλα αυτά, είναι ο Λένιν που στα 1923, λίγο πριν το θάνατό του, με τη θέση του ότι η τύχη της πάλης ανάμεσα στην επανάσταση και την αντεπανάσταση θα κριθεί, στο μέλλον, από τους λαούς της Ασίας, από τη σύγκρουση ανάμεσα στην ιμπεριαλιστική μητρόπολη και την καταπιεσμένη και «καθυστερημένη» περιφέρεια, είναι αυτός που άνοιξε το δρόμο για μια νέα προβληματική σχετικά με τη μελλοντική πορεία της ανθρωπότητας προς ένα νέο κόσμο, προς μια νέα κοινωνία, ανώτερη και όχι βάρβαρη όπως είναι η καπιταλιστική.
Και είναι ο ίδιος που, πάντα στα 1923, θεωρούσε ότι το μέλλον της επανάστασης στη Ρωσία εξαρτιόταν από το βαθμό σύνδεσής της και συνεργασίας της με τους επαναστατημένους – σκλάβους λαούς-της καπιταλιστικής περιφέρειας».
Αυτά σημειώνει ο Ν. Ψυρούκης.

Ανεξαρτήτως της συμφωνίας ή της διαφωνίας ως προς το συμπέρασμα στο οποίο καταλήγει ο Ν. Ψυρούκης σχετικά με το χαρακτήρα των καθεστώτων του λεγομένου υπαρκτού σοσιαλισμού, ως καθεστώτα στα οποία επικράτησε τελικά ο «ολοκληρωτικός κρατικομονοπωλιακός καπιταλισμός», έχει μεγάλη επιστημονική αξία και αποτελεί ουσιαστική συνεισφορά στο επαναστατικό εργατικό και κομμουνιστικό κίνημα η θέση του ότι :
«Η αντιιμπεριαλιστική επανάσταση (αντικαπιταλιστική- εργατική συν εθνικοαπελευθε-ρωτική) είναι χρονικά παρατεταμένη επανάσταση, είναι ένα νέο στάδιο της ανθρώπινης ιστορίας, γιατί σ’ αυτή φανερώνονται και εξελίσσονται τα χαρακτηριστικά της μετάβασης από το αστικό κράτος στη δικτατορία του προλεταριάτου (όπως πραγματώθηκε με την Κομούνα του Παρισιού και όπως τη διατύπωσαν οι Μαρξ-Ένγκελς). Και κάθε μεταβατικό ιστορικό στάδιο είναι πάντα παρατεταμένο, δεν είναι στιγμιαίο. Είναι παρατεταμένη ιστορική στιγμή».
Με βάση την παραπάνω διαπίστωση του Ν. Ψυρούκη πρέπει να επισημανθεί ότι οι Μαρξ – Ένγκελς, κυρίως μετά την παρισινή κομμούνα, επεξεργάστηκαν θεμελιακές αρχές - για εκείνη την εποχή - της δικτατορίας του προλεταριάτου. Κατέφυγαν αναγκαστικά σε γενικές έννοιες και εκφράσεις, μιας και η εποχή τους και το εργατικό κίνημα δεν είχε αναδείξει συγκεκριμένα το βάθος των προβλημάτων.
Επομένως ήταν αναπόφευκτο να υπάρχει κενό.
Κενό που κληρονομήθηκε και διογκώθηκε στην εποχή μας.
Το κενό αυτό πρέπει να καλυφτεί.
Το σύγχρονο μαρξιστικό ρεύμα που εντάσσομαι επιχειρεί με βάση την εμπειρία της νίκης και της ήττας των επαναστάσεων του προηγούμενου αιώνα να απαντήσει και στο «μετά την επανάσταση τι;»
Οι επιχειρούμενες προσεγγίσεις μας αλλάζουν τις επικρατούσες πάνω από οχτώ-εννέα δεκαετίες κυρίαρχες αντιλήψεις στο κομμουνιστικό κίνημα. Αντιλήψεις που ταυτίζουν το μεταβατικό κράτος που προκύπτει μετά την επανάσταση με την κατώτερη φάση της κομμουνιστικής κοινωνίας, το σοσιαλισμό.
Όπως η ιστορική πράξη ανέδειξε οι απόψεις αυτές είναι προϊόν άρνησης των διδαγμάτων της Ιστορίας, συσκοτίζουν την κοινωνική και πολιτική πραγματικότητα, τους κινδύνους και τις δυνατότητες όπως προκύπτουν σε αυτήν την περίοδο. Μήτρα τους έχουν κυρίαρχες πολιτικές θέσεις που διαμορφώθηκαν στο ιστορικά ανέκδοτο ιδιότυπο εκμεταλλευτικό καθεστώς που παγιώθηκε στην ΕΣΣΔ στα μέσα της τέταρτης δεκαετίας του περασμένου αιώνα.
Στις συλλογικές μας προσεγγίσεις υπογραμμίζουμε την τεράστια ποιοτική αλλαγή που συμβαίνει αμέσως μετά την επανάσταση με την αλλαγή της θέσης στην κοινωνία της εργατικής τάξης και των σύμμαχων στρωμάτων.
Γι’ αυτό εξάλλου θεωρούμε πως η επανάσταση αυτή καθ αυτή είναι μια νέα ποιότητα στην εξέλιξη της ζωής των κοινωνιών στις οποίες αυτή εκδηλώνεται και πραγματώνεται.


Ταυτόχρονα έχουμε ως βάση πως οι επαναστατικές κοινωνίες που προκύπτουν αμέσως μετά την αρχική νίκη της επανάστασης (άρα και αυτές που προέκυψαν μετά την Οκτωβριανή και Κινέζικη επανάσταση κ.α.) δεν θα είναι κοινωνίες μετάβασης ανάμεσα σε διαφορετικές φάσεις- βαθμίδες του ίδιου τρόπου παραγωγής δηλαδή του σοσιαλιστικού, αλλά θα είναι κοινωνίες μετάβασης - μετά την πρώτη αποφασιστική ήττα του κυρίαρχου ακόμα, πρωτίστως στην οικονομία, καπιταλισμού- προς στην πλήρη ανατροπή του, δηλαδή κοινωνίες μετάβασης προς την εργατική δημοκρατία (δικτατορία του προλεταριάτου).
Μετά το δεύτερο αυτό ποιοτικό άλμα η εργατική τάξη αναδεικνύεται όχι μόνο σε ηγεμονική αλλά και σε πολιτικά κυρίαρχη τάξη με την πλήρη έννοια: την καθοριστική κοινωνικοοικονομική.
Αυτό το δεύτερο ποιοτικό άλμα δεν κατόρθωσε να το επιτύχει καμία από τις επαναστάσεις του 20ου αιώνα. Καμιά επανάσταση δεν έφτασε στην εργατική δημοκρατία (δικτατορία του προλεταριάτου).
Και μόνο τότε μπορεί να αρχίσει – εφόσον οι διεθνείς συσχετισμοί με την εξάπλωση της επανάστασης το επιτρέπουν - η ουσιαστική οικοδόμηση του κομμουνισμού, στην κατώτερη βαθμίδα του, τη σοσιαλιστική. Δηλαδή η πορεία προς την αυτοκατάργηση της εργατικής τάξης δια της εξαφάνισης της αστικής, της ανάδειξης της πολιτικής ως αυτό που είναι, ως λειτουργία δηλαδή αυτοδιεύθυνσης των «ελεύθερα συνεταιρισμένων παραγωγών». Ο πλούτος του ανθρώπου θα ορίζεται με βάση τον ελεύθερο χρόνο του, το εργατικό επαναστατικό κράτος (τότε και όχι αμέσως με την επανάσταση) θα μπει στη διαδικασία της απονέκρωσής του, η σχέση του ανθρώπου με το ανόργανο σώμα του, τη φύση, θα μετασχηματίζεται σε αρμονική σχέση, οι «διακρατικές» σχέσεις θα βασίζονται στην αλληλοβοήθεια.
Αντί επιλόγου
«Η ιστορία δεν είναι άθροισμα συμβάντων, αποτελεί ενότητα της συνέχειας και της ασυνέχειας και η ενότητά της αυτή υφίσταται γιατί είναι αδιαχώριστα δεμένη με την πάλη των αντιθέτων. Έτσι, κάθε εποχή, κάθε στάδιό της, κάθε στιγμή της διέπεται από τη διαλεκτική της». 
Ν. Ψυρούκης
ΒΑΣΙΛΗΣ ΓΑΤΣΙΟΣ 
~~~~~~~~~~~~~

Ο Νίκος Ψυρούκης γεννήθηκε στην Ισμαηλία της Αιγύπτου το 1926 και πέθανε στην Αθήνα στις 6 Ιουλίου 2003. Έλαβε τη βασική του εκπαίδευση στην Αμπέτειο Σχολή του Καΐρου. Σπούδασε ιστορία στο Πανεπιστήμιο της Πράγας. Το 1956 ολοκληρώνει τις σπουδές του με τη διπλωματική του εργασία για τη Μικρασιατική Καταστροφή. Το 1961 επιστρέφει μαζί με τη σύζυγό του Ρενέ στην Ελλάδα. Εργάστηκε στη "Ναυτεργατική - Ναυτεμπορική" και στην "Ιστορική Επιθεώρηση" του Κομνηνού Πυρομάγλου. Υπήρξε συνιδρυτής της "Κίνησης Φίλων Νέων Χωρών" (ΦΝΧ) και του περιοδικού "Αντιιμπεριαλιστής". Το 1967 εξορίζεται με τη σύζυγό του στη Γυάρο. Έγραψε πολλά έργα, μελέτες και άρθρα. Το Κυπριακό και ο αγώνας των Κυπρίων για αυτοδιάθεση σημαδεύουν το έργο του. 

~~~~~~~~~~~~~

        ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ       
Τίτλοι στη βάση Βιβλιονέτ 

(2011) 

(2011) 

(2010) 

(2010) 

(2009) 

(1991) 
Ο νεοαποικισμός, Ηρόδοτος 

(1989) 

(1989) 

(1987) 

(1986) 

(1985) 

(1985) 

(1985) 

(1983) 

(1983) 

(1983) 

(1978) 

(1978) 

(1977) 


_______